ελληνικά
Sciences
Mathematics
Computer science
Physics
Chemistry
Biology
Medical Sciences
History of science
Philosophy of science
Popular Science
Humanities
Theory & criticism of literature
Παλαιά κείμενα, νέες αναγνώσεις
Οι ποιητές μιλούν για την ποίηση
Philology
History
History / Νέες προσεγγίσεις στον αρχαίο κόσμο
History of art
History of theatre
History of architecture
History of typography
Archaeology
Sociology - Philosophy
Psychology
Φιλοσοφική Βιβλιοθήκη
Προοπτικές
Miscellaneous
Albums
Music editions
  Publications of other institutions,
universities and other
non-profit organizations
MIET
National Foundation for Research
Foundation of the Hellenic World
Institute for Modern Greek Studies
Institute for Language & Speech Processing
University of Patras
National Technical University
Aristotle University Thessaloniki
Vikelaia Library
EKIM
Εκδόσεις Φιλοσοφικής Σχολής Πανεπιστημίου Κρήτης
Natural History Museum of Crete
Centre for Cretan Literature
Άλλα
 
 
Sciences | Biology
WHITTAKER J. ROBERT, FERNANDEZ-PALACIOS JOSE MARIA
ΝΗΣΙΩΤΙΚΗ ΒΙΟΓΕΩΓΡΑΦΙΑ
Οικολογία, εξέλιξη και διατήρηση

Translation: Βασιλική Βακάκη
Editing: Σπύρος Σφενδουράκης
ISBN-13: 978-960-524-283-X
Εudoxus Code: 348
Characteristics: 21 Χ 29 εκ., 416 σελ.
Published: 2009
Current Publication: 2009
Retail Price: €42,00
Discount: 30%
Final price: €29,40 Cart    Wishlist 
The book is available in electronic form
File format:
PDF specifications
     Preview    
 
E-book price: €42,00   €37,80 buy e-book
   
     Description

Νησιωτική βιογεωγραφία είναι η μελέτη της κατανομής και της δυναμικής των διαφόρων ειδών στα νησιωτικά περιβάλλοντα. Λόγω της απομόνωσής τους από τα ηπειρωτικά είδη, που παρουσιάζουν μεγαλύτερη εξάπλωση, τα είδη των απομακρυσμένων νησιών προσφέρουν εξαιρετικές ευκαιρίες για την εμφάνιση νέων μορφών, αλλά ταυτοχρόνως αποτελούν και εστίες εξαφάνισής τους. Όπως είναι ευνόητο, επιστήμονες από πολύ διαφορετικούς τομείς, όπως η οικολογία, η βιολογία διατήρησης και η εξελικτική βιολογία, τα μελετούν εντατικά. Το βιβλίο αυτό είναι το μόνο πρόσφατα γραμμένο εγχειρίδιο που ασχολείται αποκλειστικά με τη νησιωτική βιογεωγραφία. Στο συγκεκριμένο επιστημονικό πεδίο, η σύνθεση των πολυάριθμων εξελίξεων που σημειώθηκαν τα τελευταία χρόνια αποτελεί πλέον επιτακτική ανάγκη. Η ελληνική έκδοση στηρίζεται στη δεύτερη αγγλική έκδοση, όπου καταγράφονται τα πρόσφατα βήματα προόδου σ’ αυτό τον συναρπαστικό τομέα και γίνεται σαφές με ποιον τρόπο χρησιμοποιήθηκαν τα συνήθη και τα βιοτοπικά νησιά ως «φυσικά εργαστήρια» για την ανάπτυξη και τον έλεγχο οικολογικών και εξελικτικών θεωριών.

Επιστημονική επιμέλεια: Σπύρος Σφενδουράκης (με τη συνδρομή του Δρος Κ. Α. Τριάντη)
 

Pages

Μπορείτε να διαβάσετε το 1ο κεφάλαιο του βιβλίου πατώντας εδώ.

Glossary

αειφόρος ανάπτυξη (sustainable development) Ανάπτυξη που ικανοποιεί τις ανάγκες της σύγχρονης εποχής χωρίς να μειώνει την ικανότητα των μελλοντικών γενεών να ικανοποιήσουν τις δικές τους ανάγκες.
ακτινομορφικό (actinomorphic) Φυτό που τα άνθη του εμφανίζουν ακτινωτή συμμετρία.
ακτινωτή διαφοροποίηση (radiation) Στην εξελικτική βιολογία, ο όρος περιγράφει την επέκταση μιας ομάδας και υποδεικνύει την παραγωγή πολλών νέων ειδών.
αλληλόμορφα (alleles) Δύο ή περισσότερες μορφές ενός γονιδίου που καταλαμβάνουν τον ίδιο γενετικό τόπο σε ένα χρωμόσωμα.
αλληλοπάθεια (allelopathy) Μορφή ανταγωνισμού αλληλεπίδρασης μέσω ενώσεων που παράγονται από ένα είδος φυτού, οι οποίες μειώνουν την ικανότητα βλάστησης, εγκατάστασης, ανάπτυξης, επιβίωσης ή αναπαραγωγής ενός άλλου φυτικού είδους.
αλλογαμία (allogamy) Γονιμοποίηση που γίνεται με γύρη και σπερματική βλάστη οι οποίες προέρχονται από: (1) διαφορετικά άνθη (είτε αυτά βρίσκονται στο ίδιο φυτό είτε όχι), (2) γενετικώς διάφορα άτομα του ίδιου είδους.
αλλοένζυμο (allozyme) Μία από τις μορφές ενός ενζύμου που κωδικοποιείται από διαφορετικά αλληλόμορφα ενός γενετικού τόπου.
αλλοπάτρια ειδογένεση (allopatric speciation) Ο σχηματισμός διαφορετικών ειδών μέσω της διαφοροποίησης πληθυσμών που βρίσκονται σε γεωγραφική απομόνωση.
αλλόχθονος (allochthonous) Αυτός που έχει προέλθει από περιοχή διαφορετική από εκείνη στην οποία απαντά τώρα.
αλόφυτα (halophytes) Φυτικά είδη ανεκτικά στο αλάτι, τα οποία απαντούν συνήθως σε αλμυρά έλη, ξηρότοπους και αλμυρές λίμνες.
αναγένεση (anagenesis) Εξελικτική αλλαγή σε μια γενεαλογική γραμμή, κατά την οποία το προγονικό είδος εξαφανίζεται.
ανακλαδογένεση (anacladogenesis) Εξελικτική αλλαγή σε μια γενεαλογική γραμμή, κατά την οποία το προγονικό είδος επιβιώνει με ελάχιστες αλλαγές μαζί με το θυγατρικό είδος.
αναλύσεις βιωσιμότητας πληθυσμού (PVA) [population via¬bi¬lity analyses (PVA)] Πληθυσμιακές αναλύσεις που βασίζονται σε δεδομένα κύριων δημογραφικών και γενετικών παραμέτρων, τα οποία έχουν ως σκοπό την εκτίμηση της πιθανότητας επιβίωσης ενός πληθυσμού συγκεκριμένου μεγέθους για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
αναπαραγωγική απομόνωση (reproductive isolation) Η αδυναμία ατόμων διαφορετικών πληθυσμών να παράγουν βιώσιμους απογόνους.
ανεμοφιλία (anemophily) Επικονίαση μέσω του ανέμου.
ανεμοχωρία (anemochory) Διασπορά μέσω του ανέμου.
ανταγωνισμός (competition) Αρνητική, καταστροφική αλληλεπίδραση μεταξύ οργανισμών, προκαλούμενη από το ότι αυτοί χρειάζονται κάποιον κοινό πόρο. Ανταγωνισμός μπορεί να εκδηλώνεται μεταξύ ατόμων του ίδιου είδους (ενδοειδικός ανταγωνισμός) ή διαφορετικών ειδών (διαειδικός ανταγωνισμός).
ανταγωνιστικός αποκλεισμός (competitive exclusion) Η αρχή σύμφωνα με την οποία όταν συνυπάρχουν δύο είδη με τις ίδιες απαιτήσεις πόρων, το ένα τελικά υπερτερεί έναντι του άλλου και προκαλεί την εξαφάνισή του.
αντικατάσταση ειδών (species turnover) Το αποτέλεσμα των αντίθετων ρυθμών αποικισμού και εξαφάνισης των ειδών σε ένα νησί. Η ακριβής εξισορρόπηση των ρυθμών αυτών επιφέρει μια κατάσταση δυναμικής ισορροπίας, με τον πλούτο ειδών να παραμένει σταθερός με την πάροδο του χρόνου, αλλά με τη σύνθεση των ειδών να μεταβάλλεται συνεχώς.
αντιπαράθεση SLOSS (SLOSS debate) Η αντιπαράθεση σχετικά με το ποια στρατηγική είναι καλύτερη για τα συστήματα προστατευόμενων περιοχών: μία μεγάλη ή πολλές μικρές (Single Large Or Several Small) προστατευόμενες περιοχές.
αντιπροσαρμογή (counter-adaptation) Η εξελικτική αντίδραση του ιθαγενούς είδους ενός νησιού στην άφιξη ενός νέου είδους, που έχει ως αποτέλεσμα το πρώτο είδος να αρχίσει με την πάροδο του χρόνου να εκμεταλλεύεται ή να ανταγωνίζεται το νέο είδος πιο αποτελεσματικά, μειώνοντας την ανταγωνιστική του ικανότητα.
αντιστάθμιση πυκνότητας (density compensation) Φαινόμενο κατά το οποίο η πυκνότητα ενός είδους σε ένα νησί είναι υψηλότερη από το φυσιολογικό, κάτι που συνήθως αποδίδεται στον χαμηλότερο συνολικό πλούτο ειδών της νησιωτικής συνάθροισης.
απελευθέρωση θηρευτών μέσου μεγέθους (mesopredator re¬lease) Αύξηση του αριθμού μικρότερων σε μέγεθος παμφάγων και θηρευτών λόγω της απουσίας μεγαλύτερων θηρευτών• το φαινόμενο μπορεί να προκληθεί από τον κατακερματισμό ενδιαιτήματος.
αποίκιση/αποικισμός (immigration) Στη νησιωτική οικολογία, αναφέρεται στη διαδικασία άφιξης ενός διασπορίου σε κάποιο νησί που δεν είχε κατοικηθεί από το είδος αυτό (μπορεί να διακριθεί από τον «συμπληρωματικό εποικισμό», δηλ. τις μετέπειτα ενισχύσεις).
απόκλιση χαρακτήρων (character displacement) Η διαφοροποίηση ενός γνωρίσματος δύο παρόμοιων ειδών στα μέρη όπου επικαλύπτονται οι περιοχές εξάπλωσής τους, με αποτέλεσμα το καθένα να χρησιμοποιεί διαφορετικούς πόρους.
αποξύλωση (lignification) Σε ένα νησιωτικό φυτικό είδος που προέρχεται από ποώδεις ηπειρωτικούς προγόνους, η απόκτηση ξυλώδους χαρακτήρα.
αποστείρωση νησιού (island sterilization) Διαδικασία κατά την οποία η απόθεση καταστροφικών ροών ηφαιστειακής τέφρας σε ένα ολόκληρο νησί εξαλείφει παντελώς τον υπάρχοντα βιόκοσμο. Αυτό σημαίνει ότι η εποίκιση του νησιού θα πρέπει να ξεκινήσει πάλι από το μηδέν.
αποσυγκρότηση (disassembly) Η διαδικασία απώλειας ειδών από μια βιοκοινότητα ή ψηφίδα βιοτόπου ως αποτέλεσμα, για παράδειγμα, απώλειας βιοτόπων και αυξημένης απομόνωσης λόγω κατακερματισμού τους.
αρμοστικότητα (fitness) Ο αριθμός απογόνων που παράγει ένα άτομο κατά τη διάρκεια της ζωής του.
ασπιδικά ηφαίστεια (shield volcanoes) Ηφαίστεια μεγάλου πλάτους, με πλαγιές μικρής κλίσης, τα οποία δημιουργούνται σε στρώσεις από ροές βασαλτικού μάγματος μέσα από σχισμές ή ανοίγματα μεγάλου μήκους.
ατόλη (atoll) Κοραλλιογενής ύφαλος που δημιουργείται γύρω από καταβυθιζόμενα ηφαίστεια.
αυτογαμία (autogamy) Αυτογονιμοποίηση.
αυτο-διαδοχή (auto-succession) Η συγκρότηση μιας βιοκοινότητας χωρίς εμφανή περιβαλλοντική αλλαγή ή μετάβαση.
αυτο-συμβατότητα (auto-compatibility) Η ικανότητα ενός φυτικού είδους να αυτογονιμοποιείται (τα είδη αυτά ονομάζονται επίσης απλώς «συμβατά»).
bauplan Ένα συγκεκριμένο αρχιτεκτονικό σχέδιο του σώματος.
βενθικός (benthic) Αυτός που ζει στον πυθμένα ενός υδάτινου όγκου ή σχετίζεται με δομές που βρίσκονται εκεί.
βικαριανισμός (vicariance) Ο χωρισμός ενός πληθυσμού ή είδους σε χωριστές ομάδες, που προκύπτουν από τον σχηματισμό ενός φυσικού φράγματος.
βιογεωγραφικές περιφέρειες, βασίλεια και επικράτειες (bio¬geographical regions, kingdoms, and provinces) Μεγάλες βιο¬γεωγραφικές υποδιαιρέσεις του πλανήτη με βάση κυρίως την κοινή σύσταση σε επίπεδο οικογένειας.
βιόκοσμος (biota) Όλα τα είδη φυτών, ζώων και μικροβίων που ζουν σε συγκεκριμένη περιοχή.
βιομάζα (biomass) Το συνολικό βάρος των ζωντανών ιστών των οργανισμών που συσσωρεύεται με την πάροδο του χρόνου. Συνήθως εκφράζεται ως ξηρή μάζα οργανικής ύλης ανά μονάδα έκτασης.
βιοποικιλότητα (biodiversity) Κάθε είδους ποικιλομορφία στους ζωντανούς οργανισμούς, όπως π.χ. ανάμεσα σε άτομα του ίδιου είδους, μεταξύ διαφορετικών ειδών ή οικοσυστημάτων.
βιοσφαιρικό απόθεμα (biosphere reserve) Περιοχές των χερσαίων ή των παράκτιων οικοσυστημάτων που έχουν αναγνωριστεί διεθνώς στο πλαίσιο του Προγράμματος Άνθρωπος και Βιόσφαιρα της UNESCO.
βιοτοπικό νησί (habitat island) Διακριτή ψηφίδα συγκεκριμένου τύπου βιοτόπου που περιβάλλεται από μήτρα εντελώς διαφορετικού βιοτόπου.
γειτονογαμία (geitonogamy) Μεταφορά γύρης μεταξύ διαφορετικών ανθέων του ίδιου ατόμου.
γενετική παρέκκλιση (genetic drift) Αλλαγές στη συχνότητα ενός γονιδίου σε κάποιον πληθυσμό, που οφείλονται αποκλειστικά στην τύχη και δεν υφίστανται επιδράσεις από τη φυσική επιλογή.
γενικευμένο είδος (generalist species) Είδος που χρησιμοποιεί σχετικά μεγάλο ποσοστό ή, σε ακραίες περιπτώσεις, το σύνολο των διαθέσιμων τύπων πόρων.
γιγαντισμός (gigantism) Η τάση ορισμένων απομονωμένων πληθυσμών να αυξάνουν σημαντικά το μέγεθος του σώματός τους σε σχέση με τους ηπειρωτικούς πληθυσμούς του ίδιου είδους.
Γκοντβάνα (Gondwanaland) Η νότια υπερήπειρος, η οποία αποσχίστηκε από την Παγγαία (την τελευταία ενιαία χερσαία μάζα του πλανήτη) περίπου 160 Ma (εκατομμύρια χρόνια πριν). Αποτελούνταν από τις περιοχές που σήμερα είναι γνωστές ως Νότια Αμερική, Αφρική, Ανταρκτική, Αυστραλία, Ινδία, Μαδαγασκάρη, Νέα Ζηλανδία και Νέα Καληδονία.
γκυγιό (guyot) Τύπος υποθαλάσσιου όρους με επίπεδη κορυφή, το οποίο σχηματίζεται από τη συσσώρευση ανθρακικών ιζημάτων στην κορυφή ενός καταβυθιζόμενου ηφαιστείου.
γονιδιακή ροή (gene flow) Η κίνηση των αλληλομόρφων μέσα σε έναν πληθυσμό ή μεταξύ πληθυσμών λόγω διασποράς γαμετών ή απογόνων.
γραμμή Wallace (Wallace’s line) Όριο που περιγράφηκε από τον Alfred Russel Wallace, το οποίο τέμνει το αρχιπέλαγος της Ινδονησίας και χωρίζει τις πανίδες που χαρακτηρίζουν τα νησιά της ηπειρωτικής κρηπίδας της Σούνδης από εκείνα της Σαχούλ. Πολλές παραλλαγές αυτής της γραμμής έχουν προταθεί στην περιοχή αυτή, η οποία ονομάστηκε Wallacea.
δαφνόδασος (laurisilva)Υπολειμματικό υποτροπικό αειθαλές ορεινό νεφοσκεπές δάσος, τυπικό των νησιών της Μακαρονησίας, όπου κυριαρχούν είδη δέντρων της οικογένειας Laureaceae• παλιότερα η κατανομή του ήταν πολύ ευρύτερη.
διαδοχή (succession) Αναφέρεται σε μια κατευθυνόμενη αλλαγή στις φυτικές (κυρίως) βιοκοινότητες ύστερα από κάποια σημαντική διατάραξη του οικοσυστήματος ή μετά τη δημιουργία μιας εντελώς νέας χερσαίας έκτασης.
διαδοχική αντικατάσταση (successional turnover) Στο πλαίσιο της νησιωτικής οικολογίας, αναφέρεται στην αντικατάσταση ειδών που αποδίδεται σε διαδικασίες διαδοχής.
διάδρομος (corridor) Οδός διασποράς με ευνοϊκό τύπο βιοτόπου, η οποία επιτρέπει την άμεση εξάπλωση ειδών από ένα τμήμα μιας περιοχής ή ενός βιοτόπου σε κάποιο άλλο.
διάζευξη (disjunction) Πρότυπο κατανομής που επιδεικνύουν τάξα των οποίων οι πληθυσμοί είναι γεωγραφικά διαχωρισμένοι.
διάπυρα νέφη (nuees ardentes) Βλ. πυροκλαστική ροή.
διασπορά (dispersal) Η απομάκρυνση οργανισμών από το σημείο προέλευσής τους.
διασπόριο (μονάδα διασποράς) (propagule) Ο ελάχιστος αριθμός ατόμων ενός είδους που είναι σε θέση να αποικίσει με επιτυχία ένα κατοικήσιμο νησί.
διαταραχή (disturbance) Κάθε σχετικά διακριτό γεγονός στον χρόνο που ευθύνεται για την απώλεια οργανισμών και δημιουργεί κενό χώρο, τον οποίο μπορούν να καταλάβουν άτομα του ίδιου ή διαφορετικού είδους.
διατήρηση (conservation) Ανθρώπινη παρέμβαση με σκοπό τη διατήρηση πολύτιμης βιοποικιλότητας (γενετικής ποικιλομορφίας, ειδών, οικοσυστημάτων, τοπίων, φυσικών πόρων).
διάχυτος ανταγωνισμός (diffuse competition) Διαειδικός ανταγωνισμός σε επίπεδο βιοκοινότητας μέσα σε μια ομάδα ειδών, κατά τον οποίο κάθε είδος υπόκειται σε μια σειρά ανταγωνιστικών πιέσεων που ασκούν άλλα είδη.
διείσδυση θάλασσας (marine transgression) Φαινόμενο κατά το οποίο η θάλασσα κατακλύζει τη στεριά εξαιτίας της ανόδου της θαλάσσιας στάθμης είτε λόγω απόλυτης αλλαγής της θαλάσσιας στάθμης (μεσοπαγετώδεις περίοδοι) είτε λόγω τεκτονικής καθίζησης.
διεισδυτικός υβριδισμός (διείσδυση) [introgressive hybridization (introgression)] Η ενσωμάτωση γονιδίων ενός είδους στη γονιδιακή δεξαμενή ενός άλλου είδους.
διεύρυνση θώκου (niche expansion) Αύξηση του εύρους των ενδιαιτημάτων ή των πόρων που εκμεταλλεύεται ένας πληθυσμός, κάτι που μπορεί να συμβεί απουσία κάποιου δυνάμει ανταγωνιστή.
δίοικο είδος (dioecious species) Είδος στο οποίο τα φύλα εμφανίζονται σε χωριστά άτομα.
διπλόχωρα (diplochory) Φυτικά είδη με δύο διαφορετικούς μηχανισμούς διασποράς.
δραστικό μέγεθος πληθυσμού (effective population size) Το ποσοστό του ενήλικου πληθυσμού που πράγματι συμμετέχει στην αναπαραγωγή.
δυσαρμονία (disharmony) Χαρακτηριστικό των νησιωτικών βιοκόσμων κατά το οποίο παρατηρείται προτίμηση στην εκπροσώπηση ανώτερων τάξων σε σχέση με τις γειτονικές ηπειρωτικές περιοχές προέλευσης.
εγκατάσταση (establishment) Η επιτυχής έναρξη ή θεμελίωση ενός πληθυσμού.
εγκιβωτισμός (nestedness) Σε ένα σύνολο νησιών ιεραρχημένων σύμφωνα με τον πλούτο ειδών, η τάση κάθε διαδοχικά μικρότερη συνάθροιση να αποτελεί υποσύνολο κάποιου ευρύτερου συνόλου.
εγκλιματισμένο είδος (naturalized species) Μη ιθαγενές είδος που δημιούργησε αναπαραγόμενο πληθυσμό.
είδη μεταγενέστερων σταδίων διαδοχής (late successional species) Είδη που εμφανίζονται κυρίως, ή που κυριαρχούν, κατά τα μεταγενέστερα στάδια διαδοχής.
ειδογένεση (speciation) Διαδικασία κατά την οποία δύο ή περισσότερα σύγχρονα είδη έχουν εξελιχθεί από έναν μόνο προγονικό πληθυσμό.
είδος-κλειδί (keystone species) Είδος που παρέχει έναν πόρο ζωτικής σημασίας ή επιτελεί μια κρίσιμη λειτουργία σε ένα οικοσύστημα, με αποτέλεσμα η μεταβολή του αριθμού των πληθυσμών του να επηρεάζει καθοριστικά βασικές λειτουργικές ιδιότητες του οικοσυστήματος.
εισαγωγή (introduction) Η εκούσια ή συμπτωματική μεταφορά μεμονωμένων ειδών από τον άνθρωπο σε μια τοποθεσία έξω από τη φυσική, ιστορική περιοχή εξάπλωσής τους.
εισβολή (invasion) Η εξάπλωση ενός εγκλιματισμένου εξωτικού είδους σε φυσικά ή ημι-φυσικά ενδιαιτήματα, απ’ όπου προέρχεται και ο όρος «εισβλητικό είδος».
εκρηκτική ακτινωτή διαφοροποίηση (explosive radiation) Εξελικτική διαδικασία που οδηγεί στη δημιουργία εξαιρετικά υψηλού αριθμού μονοφυλετικών ειδών, όπως π.χ. οι δροσοφιλίδες μύγες της Χαβάης ή οι κιχλίδες (είδη ιχθύων) της λίμνης Μαλάουι.
ελάχιστη έκταση επιβίωσης (MVA) [minimum viable area (MVA)] Η έκταση που απαιτείται για τη διατήρηση του ελάχιστου βιώσιμου πληθυσμού ενός είδους.
ελάχιστος βιώσιμος μεταπληθυσμός (MVM) [minimum viable metapopulation (MVM)] Ελάχιστος αριθμός αλληλεπιδρώντων τοπικών πληθυσμών που απαιτείται να υπάρχουν για τη μακροπρόθεσμη παραμονή ενός είδους σε μια περιοχή.
ελάχιστος βιώσιμος πληθυσμός (MVP) [minimum viable po¬pulation (MVP)] Ελάχιστο μέγεθος ενός πληθυσμού ικανό να διασφαλίσει τη μακροπρόθεσμη επιβίωσή του, δηλ. που διασφαλίζει π.χ. 95% πιθανότητα παραμονής στα επόμενα 100 ή 1.000 χρόνια.
ενδημικό (endemic) Ένα τάξο που περιορίζεται σε συγκεκριμένη περιοχή, είτε πρόκειται για κορυφή βουνού είτε για νησί, αρχιπέλαγος, ήπειρο ή βιογεωγραφική περιοχή.
εντομοφιλία (entomophily) Επικονίαση μέσω εντόμων.
εντομοχωρία (entomochory) Διασπορά μέσω εντόμων.
εξαφάνιση (extinction) Η απώλεια όλων των πληθυσμών ενός είδους από κάποιο νησί ή η απώλεια ενός είδους σε παγκόσμια κλίμακα.
εξειδικευμένο είδος (specialist species) Είδος που χρησιμοποιεί σχετικά μικρό ποσοστό των διαθέσιμων τύπων πόρων.
εξολόθρευση (extirpation) Η απώλεια ενός τοπικού (νησιωτικού) πληθυσμού που δεν υποδηλώνει απώλεια του είδους σε παγκόσμια κλίμακα
επικονίαση (pollination) Η μεταφορά γυρεόκοκκων σε δεκτικά στίγματα, π.χ με τη βοήθεια του ανέμου ή ζώων.
εποίκιση/εποικισμός (colonization) Η σχετικά παρατεταμένη παραμονή ενός μεταναστευτικού είδους σε κάποιο νησί, ιδίως στις περιοχές όπου επιτυγχάνεται η αναπαραγωγή και η αύξηση του πληθυσμού του.
ερμαφρόδιτα (hermaphrodites) Άτομα που διαθέτουν τις ανα¬παραγωγικές δομές τόσο του αρσενικού όσο και του θηλυκού.
ερπετοπανίδα (herpetofauna) Πανίδα αμφιβίων και ερπετών.
ετεροδιατηρούμενος πληθυσμός (sink population) Όρος που χρησιμοποιείται στη μεταπληθυσμιακή βιβλιογραφία για την περιγραφή ενός πληθυσμού ο οποίος καταλαμβάνει ένα δυσμενές περιβάλλον και συντηρεί την παρουσία του μέσω συμπληρωματικής μετανάστευσης απογόνων από πληθυσμούς προέλευσης.
ετερόζυγο (heterozygote) Άτομο που διαθέτει διαφορετικά αλληλόμορφα σε έναν γενετικό τόπο.
ευστατικές αλλαγές της θαλάσσιας στάθμης (eustatic sea level changes) Αλλαγές της θαλάσσιας στάθμης που προκλήθηκαν από αλλαγές στον όγκο του θαλάσσιου νερού.
ζυγομορφικό (zygomorphic) Φυτό που τα άνθη του εμφανίζουν αμφίπλευρη συμμετρία.
ζώνη ακτινωτής διαφοροποίησης (radiation zone) Η ζώνη μέσα σε έναν ωκεανό, κοντά στα δραστικά όρια διασποράς ενός ανώτερου τάξου (π.χ. χερσαίων θηλαστικών), όπου ελάχιστες γενεαλογικές γραμμές φθάνουν και όπου η ακτινωτή διαφοροποίηση σ’ αυτές τις γενεαλογικές γραμμές είναι αντίστοιχα μεγαλύτερη ως συνέπεια του «κενού χώρου θώκου» που συναντούν.
ζωοχωρία (zoochory) Η διασπορά των σπερμάτων με τη βοήθεια ζώων, είτε διαμέσου του γαστρεντερικού τους σωλήνα (ενδοζωόχωρα) είτε με την προσκόλλησή τους στο δέρμα, στο τρίχωμα ή στα φτερά (εξωζωόχωρα).
ηπειρωτικά θραύσματα (μικρο-ήπειροι) [continental frag¬ments (micro-continents)] Τμήματα που αποσπάστηκαν από τις ηπείρους λόγω τεκτονικής μετατόπισης πριν από εκατομμύρια χρόνια, μαζί με τα είδη που έφεραν.
ηπειρωτικά νησιά (νησιά-χερσαίες γέφυρες) [continental islands (land bridge islands)] Αναδυόμενα τμήματα της ηπειρωτικής κρηπίδας τα οποία χωρίζονται από τις ηπείρους από μικρού πλάτους, ρηχά νερά. Ο διαχωρισμός τους από την ήπειρο είναι συχνά πρόσφατος και οφείλεται σε μεταπαγετώδη άνοδο της θαλάσσιας στάθμης που απομόνωσε τα είδη στο νησί από τους ηπειρωτικούς πληθυσμούς τους.
ηπειρωτική κρηπίδα (continental shelf) Η περιοχή του θαλάσσιου πυθμένα που έχει μικρό βάθος (<200 m) και εκτείνεται κατά μήκος της ηπειρωτικής χέρσου πάνω σε ηπειρωτικό φλοιό. Ουσιαστικά πρόκειται για την προέκταση των ηπείρων κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας.
θερμό σημείο βιοποικιλότητας (biodiversity hotspot) Μπορεί να αναφέρεται σε μια γεωγραφική περιοχή με υψηλά επίπεδα πλούτου ειδών ή/και ενδημισμού. Χρησιμοποιείται επίσης για περιοχές που παρουσιάζουν μεν υψηλή βιοποικιλότητα, αλλά που αυτή δέχεται σοβαρές απειλές (π.χ. λόγω απώλειας βιοτόπων).
θώκος (niche) Οι συνολικές απαιτήσεις ενός πληθυσμού ή ενός είδους για πόρους και φυσικές συνθήκες.
ιδρυτικό συμβάν (founder event) Ο αποικισμός ενός νησιού από τους πρώτους εκπροσώπους ενός είδους.
ισορροπία (equilibrium) Κατάσταση ισορροπίας μεταξύ αντίθετων μεταξύ τους δυνάμεων, όπως φερ’ ειπείν μεταξύ του ρυθμού αποίκισης και εξαφάνισης.
ισοστατικές μεταβολές της θαλάσσιας στάθμης (isostatic sea level changes) Μεταβολές της θαλάσσιας στάθμης που οφείλονται στη σχετική προσαρμογή του υψομέτρου της επιφάνειας της χέρσου, π.χ. (1) λόγω της ανύψωσης που προκαλεί η απομάκρυνση μάζας από τη χέρσο, όπως συμβαίνει με την τήξη ενός παγοκαλύμματος, ή (2) μέσω τεκτονικής ανύψωσης.
Καινοζωικό (Cenozoic) Υποδιαίρεση του γεωλογικού χρόνου, που περιλαμβάνει το Τριτογενές και το Τεταρτογενές, δηλ. τα τελευταία 65 εκατομμύρια χρόνια.
καλδέρα (caldera) Μεγάλος κρατήρας (συνήθως διαμέτρου 5-20 km) που σχηματίζεται από την κατάρρευση ενός ηφαιστείου μετά την εκκένωση του μάγματος από υποκείμενο θάλαμο αποθήκευσής του.
κανόνες συγκρότησης (assembly rules) Δομή που αναγνωρίζεται στη σύνθεση μιας σειράς νησιών (ή άλλων λειτουργικών μονάδων), η οποία τυπικά καθορίζεται μέσα σε οικολογικές συντεχνίες. Οι κανόνες συγκρότησης περιλαμβάνουν: (1) τους κανόνες συμβατότητας, (2) τους κανόνες συχνότητας εμφάνισης και (3) τους κανόνες συνδυασμού.
καταβύθιση (subduction) Η διαδικασία της τεκτονικής των πλακών κατά την οποία ο ωκεάνιος φλοιός που φέρει τη λιθόσφαιρα καταστρέφεται με τη μετατόπιση της μίας πλάκας κάτω από την άλλη, κατά την οποία σχηματίζεται θαλάσσια τάφρος. Η διαδικασία αυτή οδηγεί σε θέρμανση και κατόπιν σε εκ νέου τήξη της κάτω πλάκας, που με τη σειρά της δημιουργεί ηφαιστειακή δράση, σχηματίζοντας συνήθως ένα τόξο ηφαιστειακών νησιών πάνω από την περιοχή καταβύθισης.
κατακερματισμός βιοτόπου (habitat fragmentation) Ανθρωπογενής διαδικασία μέσω της οποίας ένας εκτεταμένος, συνεχής βιότοπος μειώνεται σε έκταση και χωρίζεται σε πάρα πολλά απομονωμένα θραύσματα.
κατανομή τύπου σκακιέρας (chequerboard distribution) Πρό¬τυπο που παρουσιάζουν δύο ή περισσότερα είδη με αμοιβαία αποκλειόμενες, αλλά αλληλοσυνδεόμενες, κατανομές σε μια σειρά απομονωμένων περιοχών, κατά το οποίο κάθε νησί (ή βιότοπος) υποστηρίζει ένα μόνο είδος.
καταφύγια (refugia) Περιοχές επιβίωσης ειδών υπό αντίξοες συνθήκες, κυρίως κατά τις παγετώδεις περιόδους.
κατολισθήσεις (landslides) Βαρυτικές αστάθειες που στις θεαματικότερες περιπτώσεις μπορούν να οδηγήσουν στην κατάρρευση των κλιτύων ενός νησιού, με αποτέλεσμα τη ροή μεγάλων μαζών από κορήματα, συνολικού όγκου εκατοντάδων km3, στη θάλασσα. Οι καταρρεύσεις αυτές μπορεί να λάβουν χώρα αναπάντεχα και αιφνίδια, και να εξαφανίσουν σημαντικό τμήμα ενός νησιού μέσα σε λίγα λεπτά.
κενός θώκος (empty niche) Στο νησιωτικό πλαίσιο, αφορά την έλλειψη εκπροσώπησης μας συγκεκριμένης οικολογικής συντεχνίας ή θώκου της ηπείρου, η οποία παρέχει εξελικτικές ευκαιρίες που μπορούν να εκμεταλλευθούν οι αποικιστές.
κινητικότητα (vagility) Η ικανότητα ενεργητικής μετακίνησης από το ένα μέρος στο άλλο.
kipuka Όρος που χρησιμοποιείται στη Χαβάη για την περιγραφή ενός παλαιού δασικού οικοσυστήματος το οποίο απομονώθηκε από νέα ροή λάβας.
κλαδογένεση (cladogenesis) Εξελικτική αλλαγή μέσα σε μια γενεαλογική γραμμή, κατά την οποία το προγονικό είδος χωρίζεται σε δύο ή περισσότερες γενεαλογικές γραμμές και εξαφανίζεται.
κλαδόγραμμα περιοχών (area cladogram) Κλαδόγραμμα στο οποίο τα ακραία τάξα έχουν αντικατασταθεί από τις αντίστοιχες γεωγραφικές κατανομές τους.
κλαδόγραμμα (φυλογενετικό δέντρο) [cladogram (phylogenetic tree)] Γραμμικό διάγραμμα προερχόμενο από κλαδιστική ανάλυση, που δείχνει την υποθετική αλληλουχία διακλάδωσης ενός μονοφυλετικού τάξου και χρησιμοποιεί τις κοινές παράγωγες καταστάσεις χαρακτήρων για τον χρονικό προσδιορισμό της απόκλισης κάθε κλάδου.
κλάδος (clade) Κάθε εξελικτικός κλάδος σε μια φυλογένεση, ιδίως όταν βασίζεται σε γενεαλογικές σχέσεις.
κλιμακωτές γραμμές (en echelon lines) Βραχείες γραμμές αδυ¬ναμίας του φλοιού, οι οποίες είναι υπο-παράλληλες μεταξύ τους.
κοινοκλινές (coenocline) Συνεχές βλάστησης κατά μήκος μιας διαβάθμισης.
κόκκινο βιβλίο [δεδομένων] (red [data] book) Κατάλογος στον οποίο παρατίθενται τα είδη που είναι σπάνια ή κινδυνεύουν με εξαφάνιση σε τοπικό, εθνικό ή παγκόσμιο επίπεδο (π.χ. τα κόκκινα βιβλία της IUCN).
κρυπτοαντικατάσταση (cryptoturnover) Αντικατάσταση ειδών (εξαφάνιση ακολουθούμενη από αποικισμό) που δεν εντοπίζεται, επειδή λαμβάνει χώρα ανάμεσα σε δύο περιόδους καταγραφής.
κύκλος τάξου (taxon cycle) Προτεινόμενη σειρά οικολογικών και εξελικτικών αλλαγών, σε ένα είδος που μόλις έφθασε σε κάποιο απομονωμένο νησί, από την κατάσταση κατά την οποία είναι ολόιδιο με τους ηπειρωτικούς συγγενείς του ώς την κατάσταση κατά την οποία αποτελεί ένα ιδιαίτερα διαφοροποιημένο ενδημικό είδος, την εξαφάνιση και την αντικατάστασή του από νέους αποικιστές.
λαχειοφόρος οδός διασποράς (sweepstake dispersal route) Η λιγότερο ευνοϊκή από τις πιθανές οδούς μετανάστευσης ως προς το ότι μπορεί να ακολουθηθεί πολύ σπάνια και με μεγάλη δυσκολία, ή υπό συνθήκες που απαντούν πολύ σπάνια.
Μακαρονησία (Macaronesia) Βιογεωγραφική περιοχή της Παλαιοαρκτικής, που αποτελείται από τα ηφαιστειακά αρχιπελάγη του Ατλαντικού ?κεανού: Αζόρες, Μαδέρα, Νήσοι Σωτηρίας, Κανάρια και νησιά του Πράσινου Ακρωτηρίου.
μείωση πλούτου (impoverishment) Χαρακτηριστικό κατά το οποίο τα νησιά έχουν λιγότερα είδη ανά μονάδα έκτασης απ’ ό,τι οι ήπειροι σε συγκρίσιμα οικοσυστήματα, διάκριση που γίνεται εντονότερη όσο μικρότερο είναι το μέγεθος του νησιού.
μεταπληθυσμός (metapopulation) Πληθυσμός γεωγραφικά χωρισμένων υποπληθυσμών που συνδέονται μεταξύ τους με πρότυπα γονιδιακής ροής, εξαφάνισης και επανεποίκισης.
μη ισορροπία (non-equilibrium) Χαρακτηριστικό των βιοκοινοτήτων που αλλάζουν συνεχώς τη δομή και τη σύνθεσή τους ανάλογα με τις αλλαγές του περιβάλλοντος και που δεν φθάνουν σε σταθερά τελικά σημεία.
μη προσαρμοστική ακτινωτή διαφοροποίηση (non-adaptive radiation) Διαδικασία ακτινωτής διαφοροποίησης που κατευθύνεται όχι από τη φυσική επιλογή αλλά από γενετική παρέκκλιση ή από τη φυλετική επιλογή.
μηχανισμός απομόνωσης (isolating mechanism) Κάθε δομικός, φυσιολογικός, οικολογικός ή συμπεριφορικός μηχανισμός που εμποδίζει ή επηρεάζει έντονα την ανταλλαγή γονιδίων μεταξύ δύο πληθυσμών.
μόνοικα (monoecy) Είδη που έχουν χωριστά αρσενικά και θηλυκά άνθη στο ίδιο άτομο.
μονοφυλετική ομάδα (monophyletic group) Ομάδα τάξων που έχουν έναν κοινό πρόγονο και που περιλαμβάνει όλους τους απογόνους του προγόνου αυτού. Ονομάζεται επίσης κλάδος.
μοριακό ρολόι (molecular clock) Με βάση την ιδέα ότι οι πρωτεΐνες και το DNA εξελίσσονται με σταθερό λίγο-πολύ ρυθμό, ο βαθμός μοριακής απόκλισης (αποδίδεται σε τυχαίες μεταλλαγές) χρησιμοποιείται ως μέτρο για τη χρονολόγηση συμβάντων κατά την ανάπτυξη μιας γενεαλογικής γραμμής• τα μοριακά ρολόγια είναι πιο αξιόπιστα όταν μπορούν να βαθμονομηθούν ανεξάρτητα.
νανισμός (dwarfism) Η τάση ορισμένων απομονωμένων πληθυσμών να μειώνουν σημαντικά το μέγεθος του σώματός τους σε σύγκριση με άλλους πληθυσμούς του ίδιου είδους.
νεοενδημικό (neoendemic) Είδος που απαντά κατ’ αποκλειστικότητα σε συγκεκριμένη περιοχή (νησί ή ομάδα νησιών), το οποίο αρχικά εποίκισε την περιοχή με τη μορφή ενός ηπειρωτικού προγόνου (αντίθετα με το παλαιοενδημικό είδος) και κατόπιν ανέπτυξε in situ δικά του διακριτά χαρακτηριστικά.
νησιά μακατέα (Makatea islands) Νησιά που σχηματίζονται από νεαρά ηφαίστεια, με την ανύψωση κοραλλιογενών υφάλων λίγα μέτρα πάνω από τη θαλάσσια στάθμη.
νησιά μεταγωγής (stepping stones) Νησιά ή ομάδες νησιών που διευκολύνουν τη διασπορά ειδών στους ωκεανούς, καταλαμβάνοντας ενδιάμεση γεωγραφική θέση ανάμεσα σε μια ηπειρωτική δεξαμενή ειδών και σε ένα συγκεκριμένο νησί.
νησιωτικός κανόνας (island rule) Τάση εμφάνισης μιας σειράς αλλαγών στο μέγεθος που αποκτούν τα νησιωτικά είδη σπονδυλωτών σε σχέση με τα ηπειρωτικά είδη του ίδιου γένους, κατά τις οποίες τα μικρόσωμα είδη έχουν την τάση να γίνονται μεγαλύτερα, και το αντίστροφο.
Νότια Διακύμανση El Nino (ENSO) [El Nino–Southern Oscil¬lation (ENSO)] Κλιματικές ανωμαλίες που επιφέρουν σημαντικές αλλαγές στα πρότυπα βροχόπτωσης, θερμοκρασίας, υγρασίας και καταιγίδων σε μεγάλο μέρος των τροπικών και των υποτροπικών περιοχών του πλανήτη, λόγω της εισβολής θερμών επιφανειακών νερών από το δυτικό τμήμα της ισημερινής λεκάνης του Ειρηνικού προς το ανατολικό, με αποτέλεσμα να διαταράσσεται η ανάβλυση κατά μήκος της δυτικής ακτής της Νότιας Αμερικής.
ξενικό είδος (alien species) Ένα ξένο (εξωτικό ή μη ιθαγενές) είδος που μεταφέρεται από τον άνθρωπο σε μια περιοχή έξω από τη φυσική γεωγραφική περιοχή εξάπλωσής του ή έξω από το φυσικό περιβάλλον του.
οικολογική απελευθέρωση (ecological release) Ένα είδος που φθάνει σε κάποιο νησί συναντά ένα περιβάλλον από το οποίο απουσιάζουν συγκεκριμένοι ανταγωνιστές ή άλλοι οργανισμοί με τους οποίους αλληλεπιδρά, όπως θηρευτές κ.λπ. Η απόκρισή του στην απελευθέρωση από αυτές τις περιοριστικές δυνάμεις μπορεί να εκδηλωθεί, π.χ. με επέκταση του τροφικού του θώκου ή απώλεια αμυντικών γνωρισμάτων.
οικολογική παγίδα (ecological trap) Η προτίμηση ορισμένων ειδών να αναπαράγονται σε ακραίους βιοτόπους αν και η θνησιμότητα εκεί είναι υψηλότερη απ’ ό,τι στο θραύσμα.
οικοπεριοχή (ecoregion) Ο μείζων τύπος οικοσυστήματος που¬ κυριαρχεί σε μια περιοχή και που προκύπτει από μεγάλης κλίμακας προβλέψιμα πρότυπα ηλιακής ακτινοβολίας και υγρασίας, τα οποία με τη σειρά τους επηρεάζουν τα είδη τοπικών οικοσυστημάτων, ζώων και φυτών που απαντούν εκεί.
οικότονος (ecotone) Η ζώνη μετάβασης μεταξύ δύο γειτονικών βιοκοινοτήτων/βιοτόπων, η οποία συνήθως παρουσιάζει ένα μείγμα των ιδιοτήτων τους.
οικοτουρισμός (ecotourism) Τουρισμός που βασίζεται στο ενδιαφέρον για παρατήρηση της φύσης, κατά προτίμηση με τον ελάχιστο οικολογικό αντίκτυπο.
Ολόκαινο (Holocene) Η πιο πρόσφατη υποδιαίρεση του γεωλογικού χρόνου, που αρχίζει πριν από 11.500 χρόνια περίπου, στο τέλος του Πλειστοκαίνου.
ομόζυγο (homozygote) Άτομο που φέρει το ίδιο αλληλόμορφο και στα δύο αντίγραφα ενός γενετικού τόπου.
ομοιοτυπική ισορροπία (assortative equilibrium) Στο πλαίσιο της θεωρίας ισορροπίας της νησιωτικής βιογεωγραφίας, ο αριθμός ειδών της αρχικής κατάστασης ισορροπίας μπορεί με την πάροδο του χρόνου να αυξηθεί, δημιουργώντας μια νέα τιμή ισορροπίας που αντανακλά τις οικολογικές αλληλεπιδράσεις μέσα στον βιόκοσμο.
ομομεικτικός υποβιβασμός (inbreeding depression) Μείωση της αρμοστικότητας σε έναν φυσιολογικά ετερογαμικό πληθυσμό λόγω της αυξημένης ομοζυγωτίας που προκαλεί η ομομειξία.
όριο πλακών (plate boundary) Το άκρο μίας από τις λιθοσφαιρικές πλάκες της Γης• τα όρια μπορεί να αποκλίνουν (δημιουργία νέας πλάκας), να συγκλίνουν (καταστροφή πλάκας) ή μην εμφανίζουν σχετική κίνηση.
Παγγαία (Pangaea) Η υπερήπειρος που περιελάμβανε όλες τις σημερινές ηπείρους, η οποία συνενώθηκε κατά το Ανώτερο Λιθανθρακοφόρο ή το Κατώτερο Πέρμιο και διασπάστηκε περίπου 70 εκατομμύρια χρόνια αργότερα, στα τέλη του Τριαδικού.
παλαιοενδημικό (palaeoendemic) Eίδος που απαντά αποκλειστικά σε μία περιοχή (νησί ή ομάδα νησιών), το οποίο φαίνεται να μην έχει αλλάξει παρά ελάχιστα από τη στιγμή της εποίκισης και το οποίο έχει εξαφανιστεί από την ηπειρωτική περιοχή προέλευσής του (σε αντίθεση με τα νεοενδημικά είδη).
παμμεικτικός πληθυσμός (panmictic population) Πληθυσμός όπου το ζευγάρωμα είναι τυχαίο σε σχέση με την κατανομή των γονοτύπων στον πληθυσμό.
πανιδική παρέκκλιση (faunal drift) Το τυχαίο δείγμα ειδών που φθάνουν σε ένα «άδειο» περιβάλλον, τα οποία δημιουργούν ένα νέο (δυσαρμονικό) βιοτικό περιβάλλον όπου η επιλογή προκαλεί διαφοροποίηση σε πολλούς και ποικίλους νέους θώκους.
παράλληλη εξέλιξη (parallel evolution) Η εξέλιξη παρόμοιων ή πανομοιότυπων γνωρισμάτων ανεξάρτητα, σε γενεαλογικές γραμμές που δεν συγγενεύουν μεταξύ τους.
παραπάτρια ειδογένεση (parapatric speciation) Τρόπος ειδογένεσης κατά τον οποίο σημειώνεται διαφοροποίηση όταν δύο πληθυσμοί έχουν γειτονικές αλλά όχι επικαλυπτόμενες περιοχές εξάπλωσης, που συχνά αντιστοιχούν σε δύο διαφορετικούς τύπους ενδιαιτήματος.
παραφυλετική ομάδα (paraphyletic group) Ατελής εξελικτική μονάδα στην οποία ένας ή περισσότεροι απόγονοι ενός συγκεκριμένου προγόνου έχουν εξαιρεθεί από την ομάδα• ονομάζεται επίσης «βαθμίδα».
παρθενογένεση (parthenogenesis) Η ανάπτυξη ωαρίων χωρίς γονιμοποίηση από αρσενικό γαμέτη.
Πλειόκαινο (Pleiocene) Η τελευταία υποδιαίρεση του Τριτογενούς, που εκτείνεται περίπου 5,3 ώς 1,8 Ma.
Πλειστόκαινο (Pleistocene) Η πρώτη υποδιαίρεση του Τεταρτογενούς, που τυπικά θεωρείται ότι ξεκινά περίπου 1,8 Ma (αν και η πτώση της μέσης θερμοκρασίας του κλιματος που χαρακτηρίζει την περίοδο αυτή είχε ίσως ήδη ξεκινήσει 2,5 Ma) και ότι τελειώνει περίπου 11.500 χρόνια πριν, με τη μετάβαση στο Ολόκαινο.
πληθυσμός προέλευσης (source population) Πληθυσμός που καταλαμβάνει ένα ευνοϊκό ενδιαίτημα και επομένως παράγει περίσσεια απογόνων οι οποίοι θα μεταναστεύσουν σε λιγότερο ευνοϊκά ενδιαιτήματα όπου μπορούν να διατηρηθούν ετεροδιατηρούμενοι πληθυσμοί με αρνητική δημογραφία.
πολυφυλετική ομάδα (polyphyletic group) Ταξινομική ομάδα αποτελούμενη από πολλές, μη συγγενικές μεταξύ τους, μονοφυλετικές ομάδες.
προγράμματα μετεγκατάστασης ειδών (translocation pro¬grammes) Απόπειρες διατήρησης ειδών που αφορούν τη μετακίνηση αριθμού ατόμων σε περιοχή από την οποία αυτή τη στιγμή το είδος απουσιάζει (και όπου συνήθως άλλοτε ζούσε).
προσαρμοστική ακτινωτή διαφοροποίηση (adaptive radi¬ation) Η εξελικτική διαδικασία μέσω της οποίας από ένα προγονικό είδος προκύπτει μια σειρά ειδών με μεγάλη οικολογική, μορφολογική ή συμπεριφορική ποικιλότητα.
πρωτοπόρο είδος (pioneer species) Είδος που εποικεί νωρίς σε μια διαδοχή.
πυροκλαστική ροή (pyroclastic flow) Ταχύτατη μαζική ροή καυτής τέφρας που κινητοποιείται από διαστελλόμενα αέρια και κινείται με ταχύτητες που ξεπερνούν τα 100 km/h.
ρυθμός παραγωγικότητας (productivity rate) Ο ρυθμός με τον οποίο μια βιοκοινότητα οργανισμών παράγει νέα βιομάζα.
Σαχούλ (Sahul) Ήπειρος του Πλειστοκαίνου, η οποία περιελάμβανε τις σημερινές Αυστραλία, Νέα Γουινέα και Τασμανία.
σμήνος ειδών (species swarm) Μεγάλος αριθμός ειδών που συγγενεύουν στενά μεταξύ τους, τα οποία απαντούν μαζί σε μια περιοχή (π.χ. ένα αρχιπέλαγος) και προέρχονται από τον πολλαπλό διαχωρισμό ενός προγονικού στελέχους.
στάση πυκνότητας (density stasis) Κατάσταση κατά την οποία ο συνολικός πληθυσμός της βιοκοινότητας στο νησί είναι μικρότερος από εκείνο του ηπειρωτικού συστήματος αναφοράς, έτσι ώστε τα πληθυσμιακά μεγέθη ανά είδος να είναι ίδια με αυτά της ηπειρωτικής περιοχής.
στενωπός (bottleneck) Σημαντική μείωση του πληθυσμιακού μεγέθους που συχνά σχετίζεται με μειωμένη γενετική ποικιλότητα και ετεροζυγωτία, αλλά και μειωμένη προσαρμοστικότητα του πληθυσμού αυτού.
στρωματοηφαίστειο (stratovolcano) Ο σύνθετος κώνος με έντονη κλίση που δημιουργείται από ένα ηφαίστειο που εκτινάσσει τόσο τηγμένα όσο και στερεά υλικά.
συγκλίνουσα εξέλιξη (convergent evolution) Εξέλιξη παρόμοιων γνωρισμάτων ανεξάρτητα σε μη συγγενικά τάξα, συνήθως από διαφορετικά προγονικά γνωρίσματα ή μέσω διαφορετικών εξελικτικών οδών.
συμπάτρια ειδογένεση (sympatric speciation) Η διαφοροποίηση δύο αναπαραγωγικά απομονωμένων ειδών από έναν αρχικό πληθυσμό στην ίδια περιοχή, μεταξύ των οποίων θα μπορούσε να συμβεί ή συμβαίνει πράγματι σημαντική ροή γονιδίων.
σύμπλοκο εισβολέων (invader complex) Φαινόμενο κατά το οποίο τα εισηγμένα είδη δημιουργούν αλληλεπιδράσεις κατά προτίμηση με άλλα εισηγμένα είδη.
συνάθροιση (assemblage) Το σύνολο των φυτικών ή ζωικών ειδών που απαντούν σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική μονάδα ή περιοχή.
συναρτήσεις συχνότητας εμφάνισης (incidence functions) Βιογεωγραφικό εργαλείο για την περιγραφή της διακύμανσης της πιθανότητας εμφάνισης ενός είδους σε συνάρτηση με επιλεγμένα χαρακτηριστικά των νησιών (πλούτος ειδών, έκταση, απομόνωση κ.λπ.).
συνδετικότητα (connectance) Το ποσοστό όλων των πιθανών ζευγών ειδών που μπορούν να αλληλεπιδράσουν άμεσα μεταξύ τους ως τροφολήπτης και τροφή σε μια βιοκοινότητα. Με άλλα λόγια, ο αριθμός των πραγματικών συνδέσεων σε ένα τροφικό δίκτυο (ή δίκτυο επικονίασης), διαιρεμένος με τον συνολικό αριθμό των δυνατών συνδέσεων.
συντεχνία (guild) Ομάδα ειδών που εκμεταλλεύονται την ίδια κατηγορία πόρων με παραπλήσιο τρόπο.
σχέση αριθμού ειδών-έκτασης (SAR) [species-area relation¬ship (SAR)] Η σχέση ανάμεσα στον αριθμό ειδών και στην έκταση του δείγματος ή του νησιού. Η απλή αυτή ιδέα εμπεριέχει πολλές και ποικίλες σημαντικές διακρίσεις, οι οποίες δεν έχουν αναγνωριστεί όπως θα έπρεπε.
Τεταρτογενές (Quaternary) Η πιο πρόσφατη υποδιαίρεση της κλίμακας του γεωλογικού χρόνου, που ακολουθεί το τέλος του Πλειοκαίνου και συνεχίζεται ώς σήμερα. Περιλαμβάνει το Πλειστόκαινο και το Ολόκαινο.
τέφρα (tephra) Συλλογικός όρος για όλα τα μη στερεοποιημένα, κυρίως πυροκλαστικά, προϊόντα μιας ηφαιστειακής έκρηξης, ανεξαρτήτως μεγέθους κόκκων.
τοπίο (landscape) Χωρική έννοια, που στην οικολογία αναφέρεται στο σύμπλοκο αλληλεπιδρώντων συστημάτων τα οποία βρίσκονται πάνω και κοντά στην επιφάνεια της Γης, όπως π.χ. τμήματα της ατμόσφαιρας, της βιόσφαιρας, της υδρόσφαιρας, της λιθόσφαιρας και της εδαφόσφαιρας.
Τριτογενές (Tertiary) Υποδιαίρεση του γεωλογικού χρόνου που διήρκεσε από 65 Ma περίπου ώς τις αρχές του Τεταρτογενούς.
τροποποιητής οικοσυστήματος (ecosystem transformer) Ει¬σηγ¬μένο είδος που εγκλιματίζεται και το οποίο γίνεται εισβλητικό και τροποποιεί σημαντικά τις ιδιότητες του οικοσυστήματος, κάτι που έχει αντίκτυπο στα ιθαγενή είδη.
τροφική κλιμάκωση (trophic cascade) Η αλυσίδα άμεσων εξαφανίσεων μετά την απώλεια ενός ή λίγων ειδών που παίζουν κρίσιμο ρόλο (π.χ. ως επικονιαστές) στη λειτουργία του οικοσυστήματος.
τροφικό επίπεδο (trophic level) Θέση σε μια τροφική αλυσίδα που καθορίζεται από τον αριθμό βημάτων μεταφοράς ενέργειας ώς αυτό το επίπεδο.
υβριδισμός (hybridization) Η παραγωγή απογόνων από γονείς που ανήκουν σε δύο διαφορετικά είδη, πληθυσμούς ή έχουν διαφορετικούς γονοτύπους.
υδροχωρία (hydrochory) Διασπορά μέσω του νερού.
υπεραλήτης (supertramp) Είδος με εξαιρετικές ικανότητες εποικισμού, αλλά όχι καλός ανταγωνιστής σε διαφορετικές βιοκοινότητες.
υπεραντιστάθμιση πυκνότητας (density overcompensation) Κατάσταση κατά την οποία η αντιστάθμιση πυκνότητας συμβαίνει σε εμφανώς υπερβολικό βαθμό για ένα ή περισσότερα είδη.
υπερδυναμισμός (hyperdynamism) Αύξηση στη συχνότητα ή/και στην ένταση της δυναμικής πληθυσμού, βιοκοινότητας και τοπίου, σε κατακερματισμένους βιοτόπους.
υποαπολίθωμα (subfossil) Νεκρός οργανισμός που δεν έχει απολιθωθεί πλήρως.
υποθαλάσσιο όρος (seamount) Όρος κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας (βλ. επίσης γκυγιό).
υπολειμματισμός (relictualism) Η παρουσία σε ορισμένα νησιά παλαιοενδημικών, δηλ. υπολειμματικών, τάξων που παλαιότερα εμφάνιζαν ηπειρωτική κατανομή και τα οποία εξαφανίστηκαν από την περιοχή προέλευσής τους, αφού εποίκισαν το νησί, π.χ. λόγω κλιματικών ή γεωλογικών αλλαγών.
υποχώρηση (καθίζηση) (subsidence) Η κατωφερής κίνηση ενός αντικειμένου σε σχέση με τον περίγυρό του. Η καθίζηση της λιθόσφαιρας μπορεί να οφείλεται σε αυξημένη μάζα (π.χ. αυξημένο φορτίο πάγου, νερού ή πετρωμάτων) ή στην απομάκρυνση του νησιού από τις μεσοωκεάνιες ράχες και άλλες περιοχές που μπορούν να στηρίξουν μια ασυνήθιστη μάζα.
υστέρηση φάσης (lag time) Ο χρόνος που απαιτείται για τη χαλάρωση ή τη μείωση του πλούτου ειδών μετά τον κατακερματισμό (δηλ. ο χρόνος που απαιτείται για την εξόφληση του χρέους εξαφάνισης).
φαινόμενο διάσωσης (rescue effect) Η αποτροπή της εξαφάνισης ενός μικρού νησιωτικού πληθυσμού από την περιστασιακή εισροή ατόμων από κάποια άλλη (π.χ. ηπειρωτική) περιοχή.
φαινόμενο ιδρυτή (founder effect) Γενετική απώλεια που συμ¬βαίνει όταν εγκαθιδρύεται ένας πληθυσμός που απομονώθηκε πρόσφατα, από μικρό αριθμό εποικιστών.
φαινόμενο παρυφών (edge effect) Στα κατακερματισμένα τοπία, οι παρυφές μιας ψηφίδας βιοτόπου εμφανίζουν συνήθως διαφορετικές φυσικές και βιοτικές ιδιότητες, οι οποίες επεκτείνονται σε κάποιο βαθμό προς τον πυρήνα της ψηφίδας.
φαινόμενο χερσονήσου (peninsular effect) Η υποθετική τάση μείωσης του πλούτου των ειδών σε μια διαβάθμιση από τη βάση ώς το απώτατο άκρο μιας χερσονήσου.
φακός Ghyben–Herzberg (Ghyben–Herzberg lens) Συσσώρευση βρόχινου νερού το οποίο επιπλέει πάνω στο πυκνότερο αλμυρό ή υφάλμυρο νερό που διαποτίζει τη βάση ενός νησιού.
φρουτοφάγο (frugivore) Ζώο που τρέφεται με φρούτα.
φυλετική επιλογή (sexual selection) Εξαρτάται από την επιτυχία ορισμένων ατόμων έναντι άλλων του ίδιου φύλου, όσον αφορά τη διαιώνιση του είδους, και μπορεί να οδηγήσει στην εξέλιξη χαρακτήρων που φέρουν κόστος αρμοστικότητας και που διαφορετικά δεν θα συνιστούσαν πλεονέκτημα.
φυλογένεση (phylogeny) Οι εξελικτικές σχέσεις μεταξύ ενός προγόνου και όλων των γνωστών απογόνων του.
φυλογεωγραφική ανάλυση (phylogeographical analysis) Η ανάλυση του γεωγραφικά δομημένου γενετικού σήματος μέσα σε ένα τάξο (π.χ. είδος). Η ανακατασκευασμένη γενεαλο¬γική ιστορία χρησιμοποιείται για τη διαπίστωση παλαιότερων επεισοδίων επέκτασης του πληθυσμού, στενωπών, βικαριανιστικών συμβάντων και εποίκισης• π.χ., σε ένα νησιωτικό πλαίσιο, της αλληλουχίας των συμβάντων διασποράς μεταξύ νησιών.
φυσική επιλογή (natural selection) Η διαδικασία εξάλειψης από έναν πληθυσμό των ατόμων κατώτερης αρμοστικότητας μέσω διαφορικής επιβίωσης και αναπαραγωγής.
φυτά με μεταβολισμό οξέων κατά Crassulaceae (CAM) [crassulacean acid metabolism (CAM) plants] Συνήθως σαρκώδη ξηρόφυτα, στα οποία το διοξείδιο του άνθρακα που προσλαμβάνεται στη διάρκεια της νύχτας αποθηκεύεται υπό τη μορφή μηλικού οξέος μέχρι να δεσμευθεί με τη χρήση της οδού C3 την επόμενη ημέρα.
χηρευμένο είδος (widow species) Είδος που έχει χάσει τον μοναδικό του επικονιαστή (ή διασπορέα, θήραμα, ξενιστή κ.λπ.), και επομένως οδεύει προς εξαφάνιση.
χρέος εξαφάνισης (extinction debt) Η τελική απώλεια ειδών που αναμένεται σε μια περιοχή κατακερματισμένων βιοτόπων, μετά τον κατακερματισμό.
χωροκρατικότητα (territoriality) Συμπεριφορά που σχετίζεται με την υπεράσπιση συγκεκριμένης περιοχής (της χωροκράτειας) από εισβολείς.
ψευδοαντικατάσταση (pseudoturnover) Στις αναλύσεις νησιωτικής οικολογίας, είδη που φαίνεται να παρουσιάζουν αντικατάσταση (να υπόκεινται σε εξαφάνιση και επανεποίκιση) λόγω ελλιπών δημογραφικών δεδομένων, ενώ στην πραγματικότητα ζούσαν στο νησί καθ’ όλη τη διάρκεια της μελέτης ή, εναλλακτικά, ποτέ δεν εποίκισαν πραγματικά το νησί. 
ωκεάνια νησιά (oceanic islands) Νησιά που προέρχονται από υποθαλάσσια ηφαιστειακή δραστηριότητα, συνήθως με βασαλτικό υπόβαθρο, τα οποία δεν ήταν ποτέ ενωμένα με τις ηπείρους. Αρχικά κατοικήθηκαν από είδη που ήλθαν από αλλού με διασπορά και κατόπιν εμπλουτίστηκαν μέσω της ειδογένεσης.

 

Contents


Πρόλογος των συγγραφέων στην ελληνική έκδοση v
Preface for the greek edition vi
Πρόλογος του επιστημονικού επιμελητή vii
Πρόλογος της αγγλικής έκδοσης ix

ΜΕΡΟΣ ΠΡ?ΤΟ: ΤΑ ΝΗΣΙΑ ?Σ ΦΥΣΙΚΑ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑ
 1 Το παράδειγμα του φυσικού εργαστηρίου 3
 2 Νησιωτικά περιβάλλοντα 11
  2.1 Τύποι νησιών  11
  2.2 Τρόποι προέλευσης  13
   Νησιά στα όρια τεκτονικών πλακών  16
   Νησιά στο εσωτερικό των πλακών  20
  2.3 Περιβαλλοντικές αλλαγές σε μεγάλη χρονική κλίμακα  22
   Μεταβολές της σχετικής θαλάσσιας στάθμης: Ύφαλοι, ατόλες και γκυγιό  22
   Ευστατικές μεταβολές της θαλάσσιας στάθμης  25
   Κλιματικές αλλαγές στα νησιά  26
   Ιστορικό της εξέλιξης των Κανάριων νησιών, της Χαβάης και της Τζαμάικας  27
  2.4 Το φυσικό περιβάλλον των νησιών  33
   Τοπογραφικά χαρακτηριστικά  33
   Κλιματικά χαρακτηριστικά  34
   Υδάτινοι πόροι  36
   Ατραποί στον ωκεανό  37
  2.5 Φυσικές διαταραχές στα νησιά  37
   Μέγεθος και συχνότητα  39
   Διαταραχή από ηφαιστειακή δράση και μεγα-κατολισθήσεις  40
  2.6 Σύνοψη  44
 3 Η βιογεωγραφία της νησιωτικής ζωής: το πλαίσιο των θερμών σημείων της βιοποικιλότητας 47
  3.1 Εισαγωγή: η παγκόσμια σημασία της νησιωτικής βιοποικιλότητας  47
  3.2 Ένδεια σε είδη  49
  3.3 Δυσαρμονία, φίλτρα και βιογεωγραφία των περιφερειών  50
   Φαινόμενα ηθμού, όρια διασποράς και δυσαρμονία  50
   Βιογεωγραφικός περιφερισμός και διαμάχη θεωριών βικαριανισμού/διασποράς  53
   Μακαρονησία – οι βιογεωγραφικές συγγένειες των Ευτυχισμένων Νησιών  60
  3.4 Ενδημισμός  63
   Νεο- και παλαιοενδημισμός  63
   Ενδημικά φυτά  65
   Ενδημικά ζώα  66
  3.5 Κρυπτικά και εξαφανισμένα νησιωτικά ενδημικά: προειδοποίηση  70
  3.6 Περίληψη  72

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ: ΝΗΣΙ?ΤΙΚΗ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ
 4 Παιχνίδια με τους αριθμούς των ειδών: η μακροοικολογία των νησιωτικών βιοκόσμων 77
  4.1 Ανάπτυξη της θεωρίας ισορροπίας της νησιωτικής βιογεωγραφίας  79
   Νησιωτικές σχέσεις αριθμού ειδών-έκτασης (ISAR)  81
   Κατανομές αφθονίας των ειδών  81
   Η επίδραση της απόστασης  83
   Αντικατάσταση, το βασικό μοντέλο (ΕΜΙΒ) και τα άμεσα παράγωγά του  84
  4.2 Αντιτιθέμενες ερμηνείες της συστηματικής ποικιλομορφίας στις σχέσεις αριθμού
       ειδών-έκτασης  87
  4.3 Αριθμοί νησιωτικών ειδών και ISAR: τι έχουμε μάθει;  88
   Έκταση και ποικιλότητα βιοτόπων  88
   Η έκταση δεν είναι πάντα η πρώτη μεταβλητή του μοντέλου  90
   Απόσταση και αριθμός ειδών  91
   Σχέσεις αριθμού ειδών-έκτασης σε απομακρυσμένα αρχιπελάγη  92
   Φαινόμενα κλίμακας και η μορφή των σχέσεων αριθμού ειδών-έκτασης  93
   Θεωρία αριθμού ειδών-ενέργειας: προς ένα πληρέστερο μοντέλο για τον πλούτο
   των ειδών;  97
  4.4 Αντικατάσταση  99
   Ψευδοαντικατάσταση και κρυπτοαντικατάσταση  99
   Πότε βρίσκεται σε ισορροπία ένα νησί; 101
   Το φαινόμενο διάσωσης και η επίδραση της έκτασης του νησιού στον ρυθμό
       αποικισμού 102
   Η οδός προς την ισορροπία 103
   Πού οφείλονται οι εξαφανίσεις; 104
  4.5 Περίληψη 106
 5 Συγκρότηση και δυναμική βιοκοινοτήτων 107
  5.1 Θεωρία νησιωτικής συγκρότησης 107
   Κανόνες συγκρότησης 108
   Συναρτήσεις συχνότητας εμφάνισης και αλήτες 108
   Η δυναμική της νησιωτικής συγκρότησης 110
   Κατανομές τύπου σκακιέρας 111
   Συνδυασμός και συμβατότητα – κανόνες συγκρότησης για τα κουκοπερίστερα 111
   Επικρίσεις, «μηδενικά» μοντέλα και απαντήσεις 113
   Διερεύνηση των συναρτήσεων συχνότητας εμφάνισης 118
   Συνδέοντας τα πρότυπα νησιωτικής συγκρότησης με παράγοντες του βιοτόπου 121
   Ανθρωπογενή πειράματα νησιωτικής συγκρότησης: αποδείξεις φαινομένων
       ανταγωνισμού; 124
  5.2 Εγκιβωτισμός 126
  5.3 Νησιωτική οικολογία της διαδοχής: πρώτα στοιχεία 128
  5.4 Κρακατάου – διαδοχή, δομή διασποράς και ιεραρχίες 130
   Υπόβαθρο 130
   Διαδοχή βιοκοινοτήτων 130
   Μοντέλο επανεποίκισης νησιών βασισμένο στη διασπορά 133
   Εποικισμός και αντικατάσταση – η δυναμική των καταλόγων ειδών 136
   Ο βαθμός οργάνωσης στη διαδικασία συγκρότησης των Κρακατάου 140
  5.5 Συμπερασματικές παρατηρήσεις 142
  5.6 Περίληψη 143
 6 Κλίμακα και θεωρία της νησιωτικής βιογεωγραφίας: προς μια νέα σύνθεση 145
  6.1 Περιορισμοί του μοντέλου δυναμικής ισορροπίας της νησιωτικής βιογεωγραφίας:
       μια επανεκτίμηση 145
  6.2 Κλίμακα και δυναμική των νησιωτικών βιοκόσμων 147
   Μονιμότητα κατοικίας και ιεραρχική αλληλεξάρτηση: πρόσθετα παραδείγματα από
       τα Κρακατάου 148
  6.3 Μορφές ισορροπίας και μη ισορροπίας 150
  6.4 Χρονική διακύμανση της φέρουσας ικανότητας των νησιών 155
   Η επικράτηση και οι συνέπειες των έντονων γεγονότων διαταραχής 157
   Βραχυπρόθεσμη και μεσοπρόθεσμη διακύμανση του αριθμού ειδών 157
   Συστήματα μακροπρόθεσμης μη ισορροπίας 158
   Ποιες οι συνέπειες για τα ενδημικά; 159
  6.5 Μελλοντικές κατευθύνσεις 161
  6.6 Περίληψη 164

ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ: ΝΗΣΙ?ΤΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ
 7 Άφιξη και αλλαγή 167
  7.1 Φαινόμενα ιδρυτή, γενετική παρέκκλιση και στενωποί 167
   Συνέπειες των επαναλαμβανόμενων φαινομένων ιδρυτή 170
  7.2 Μετά το ιδρυτικό συμβάν: οικολογικές αποκρίσεις στους άδειους θώκους 172
   Οικολογική απελευθέρωση 173
   Αντιστάθμιση πυκνότητας 174
  7.3 Απόκλιση χαρακτήρων 176
  7.4 Σεξ στα νησιά 177
   Δίοικα και ετερομειξία 178
   Απώλεια ελκυστικότητας των ανθέων 178
   Ανεμοφιλία 179
   Παρθενογένεση 179
   Υβριδισμός 179
  7.5 Ιδιαιτερότητες των δικτύων επικονίασης και διασποράς στα νησιά 180
   Η ανάδυση των ενδημικών υπεργενικευτών 180
   Ασυνήθεις επικονιαστές 181
   Ασυνήθη μέσα διασποράς 182
  7.6 Μετατόπιση θώκου και σύνδρομα 182
   Η απώλεια των δυνάμεων διασποράς 182
   Η ανάπτυξη ξυλώδους χαρακτήρα σε γενεαλογικές γραμμές ποωδών φυτών 185
   Μεταβολές μεγέθους στα νησιωτικά είδη και ο νησιωτικός κανόνας 186
   Αλλαγές στη γονιμότητα και τη συμπεριφορά 191
   Το νησιωτικό σύνδρομο στα τρωκτικά 193
  7.7 Περίληψη 195
 8 Ενδογένεση και η νησιωτική συνθήκη 197
  8.1 Η έννοια του είδους και η θέση της στη φυλογένεση 197
  8.2 Το γεωγραφικό πλαίσιο των ειδογενετικών συμβάντων 201
   Πλαίσιο κατανομής 201
   Πλαίσιο θέσης και ιστορίας – νησιωτική ή ηπειρωτική αλλαγή; 203
  8.3. Μηχανισμοί ειδογένεσης 204
   Αλλοπάτρια ή γεωγραφική ειδογένεση 204
   Ανταγωνιστική ειδογένεση 206
   Πολυπλοειδία 207
  8.4 Δομή των γενεαλογικών γραμμών 208
  8.5 Περίληψη 209
 9 Αναδυόμενα μοντέλα νησιωτικής εξέλιξης 211
  9.1 Αναγένεση: ειδογένεση με ελάχιστη ή καθόλου ακτινωτή διαφοροποίηση 211
  9.2 Ο κύκλος τάξου 212
   Τα μυρμήγκια της Μελανησίας 212
   Πτηνά της Καραϊβικής 214
   Ανολίδες της Καραϊβικής 218
   Αξιολόγηση 220
  9.3 Προσαρμοστική ακτινωτή διαφοροποίηση 221
   Οι σπίνοι του Δαρβίνου και οι μελολείκτες-σπίζες (Drepanidinae) της Χαβάης 223
   Γρύλλοι και δροσοφιλίδες της Χαβάης 228
   Προσαρμοστική ακτινωτή διαφοροποίηση στα φυτά 231
  9.4 Από τις απομονωμένες κοιλάδες ώς τις ακτινωτές διαφοροποιήσεις με άλμα από
       νησί σε νησί 233
   Μη προσαρμοστική ακτινωτή διαφοροποίηση 233
   Ειδογένεση εντός του αρχιπελάγους 234
   Αλλοπάτρια ακτινωτή διαφοροποίηση με άλμα από νησί σε νησί: οι κλάδοι
       αποκρίνονται σε νησιά ή σε βιοτόπους; 236
   Άλματα μεταξύ νησιών σε μεγάλη κλίμακα 240
  9.5 Παρατηρήσεις σχετικά με τους κινητήριους παράγοντες της νησιωτικής εξέλιξης 241
  9.6 Διακύμανση νησιωτικού ενδημισμού μεταξύ των τάξων 243
  9.7 Βιογεωγραφικές ιεραρχίες και μοντέλα νησιωτικής εξέλιξης 247
  9.8 Περίληψη 250

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ: ΝΗΣΙΑ ΚΑΙ ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ
 10 Νησιωτική θεωρία και διατήρηση 255
  10.1 Νησιά και διατήρηση 255
  10.2 Οι βιότοποι ως νησιά 256
  10.3 Ελάχιστοι βιώσιμοι πληθυσμοί και ελάχιστες εκτάσεις επιβίωσης 257
   Πόσα άτομα χρειάζονται; 257
   Πόσο μεγάλη έκταση; 261
   Εφαρμογές των συναρτήσεων συχνότητας εμφάνισης 261
  10.4 Δυναμική μεταπληθυσμών 263
   Η παραλλαγή του μοντέλου «πυρηνικού-ετεροδιατηρούμενου πληθυσμού» 265
   Αιτιοκρατική εξαφάνιση και εποικισμός μέσα στους μεταπληθυσμούς 267
   Η αξία της έννοιας του μεταπληθυσμού 267
  10.5 Διαμόρφωση προστατευόμενων περιοχών – η αντιπαράθεση SLOSS 268
   Διαχειριζόμενοι ό,τι απέμεινε 270
   Τροφικό επίπεδο, κλίμακα και έκταση του συστήματος 271
  10.6 Φυσικές αλλαγές και υπερδυναμισμός των συστημάτων θραυσμάτων 273
  10.7 Υπαναχώρηση και αντικατάσταση – τα αποδεικτικά στοιχεία 274
  10.8 Διαδοχή σε κατακερματισμένα τοπία 279
  10.9 Οι συνέπειες του εγκιβωτισμού 279
  10.10 Φαινόμενα παρυφών 281
  10.11 Τοπιακά φαινόμενα, απομόνωση και διάδρομοι 283
   Τα οφέλη των διαδρόμων άγριας ζωής 283
   Τα οφέλη της απομόνωσης 284
   Διάδρομοι ή απομόνωση; 285
   Συστήματα προστατευόμενων περιοχών στο τοπίο 286
   Είδη που δεν μένουν στη θέση τους 287
  10.12 Έχει ανάγκη τη νησιωτική θεωρία η βιολογία της διατήρησης; 288
   Ένας μη ισορροπημένος κόσμος; 288
   Οικολογικές ιεραρχίες και κατακερματισμένα τοπία 290
   Κλιματική αλλαγή και συστήματα προστατευόμενων περιοχών 292
  10.13 Συμπερασματικά σχόλια: από τη νησιωτική βιογεωγραφία στη βιογεωγραφία
       της υπαίθρου; 292
  10.14 Περίληψη 293
 11 Ανθρωπογενείς απώλειες και απειλές για τα νησιωτικά οικοσυστήματα 297
  11.1 Το πλαίσιο των σημερινών εξαφανίσεων 297
  11.2 Στοχαστικές έναντι αιτιοκρατικών εξαφανίσεων 298
  11.3 Η κλίμακα των παγκόσμιων απωλειών στα νησιά 299
  11.4 Οι φορείς της καταστροφής 301
   Θήρευση από τον άνθρωπο 302
   Εισαγωγές ειδών 302
   Θηρευτές και κορφολογητές 302
   Αλλαγές στα δίκτυα επικονίασης και διασποράς 303
   Υβριδισμός με ιθαγενή είδη 306
   Ασθένειες 307
   Υποβάθμιση και απώλεια βιοτόπων 308
  11.5 Τάσεις στα αίτια της παρακμής 309
  11.6 Αρχείο διάβασης – πρότυπα απωλειών σε διάφορα νησιωτικά τάξα 309
   Τα πτηνά του Ειρηνικού ?κεανού και το αίνιγμα της Νήσου του Πάσχα 312
   Πτηνά του Ινδικού ?κεανού 318
   Ερπετά 319
   Χερσόβια θηλαστικά της Καραϊβικής 320
   Χερσαία σαλιγκάρια 321
   Φυτά σε κίνδυνο 321
  11.7 Πόσο εύθραυστα και ευάλωτα στην εισβολή είναι τα νησιωτικά οικοσυστήματα; 326
  11.8 Περίληψη 327
 12 Θεραπείες για τα νησιά: η διατήρηση των νησιωτικών οικοσυστημάτων 329
  12.1 Σύγχρονα προβλήματα στα νησιά 329
   Μαλδίβες: κίνδυνος λόγω κλιματικών αλλαγών 329
   Οκίνο-Τόρι-Σίμα: η στρατηγική οικονομική σημασία ενός βράχου 330
   Ναούρου: η καταστροφή ενός νησιού 330
   Κανάρια: μη αειφορική ανάπτυξη σε έναν φυσικό παράδεισο 331
   Σύγχρονα προβλήματα στα Γκαλάπαγκος: μια απειλούμενη βιτρίνα της εξέλιξης 333
  12.2 Ορισμένες αποκρίσεις διατήρησης 336
   Βιολογική καταπολέμηση – ένα επικίνδυνο όπλο; 336
   Προγράμματα μετεγκατάστασης και απελευθέρωσης 337
   Συστήματα προστατευόμενων περιοχών και προστασίας ειδών: το παράδειγμα
       των Καναρίων 338
  12.3 Αειφόρος ανάπτυξη στα νησιά: περιορισμοί και θεραπείες  342
  12.4 Περίληψη  345

Γλωσσάριο    347
Βιβλιογραφία   355
Ευρετήριο    382

Log in  
New account
My account
Wish list
Shopping cart
Newsletter
Contact
Bookstores
Links
Help
© Crete University Press - Foundation of Research & Technology, 2008
Contact us | Terms of Use
Powered by eShopkey
Μεγάλη ποικιλία από παιδικοί σκούφοι και καπέλα, παιδικές τζιν φόρμες, παιδικά σακάκια.